БиблияСтронг › G5236: ὑπερβολή

G5236: ὑπερβολή

Морфология

Существительное женского рода

Значение слова ὑπερβολή

(пре)избыток, превосходство, преобладание; с G2596 (κατα) обозн.: крайне, чрезмерно, безмерно.

Происхождение

от G5235

Оригинал из Strong Dictionary

From G5235 (huperballo); a throwing beyond others, i.e. (figuratively) supereminence; adverbially (with G1519 (eis) or G2596 (kata)) pre- eminently :— abundance, (far more) exceeding, excellency, more excellent, beyond (out of) measure.

Фонетика
RU
Транслитерация: уперволэ
Произношение: ипэрвοли́
EN
Transliteration: hyperbolḗ
Pronunciation: hoop-er-bol-ay'
Варианты в переводах
Синодальный перевод

преизбыточная (1), безмерном (1), чрезвычайностью (1).

King James Bible (8):

far, exceeding, excellency, excellent, abundance, measure

English Standard Version (5):

utterly, far beyond, surpassingly great, *, beyond, that is beyond comparison

New American Standard (11):

comparison, all, far, utterly, surpassing, excellent, measure, more, greatness

Греческий текст

ὑπερβολῇ, ὑπερβολὴ, ὑπερβολὴν


Где используется в Новом Завете
Встречается: 8 раз в 7 стихах
показать где используется + BY
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.
Дополнительные словари
Родственные слова
G5235ὑπερβάλλω;
G5234ὑπερβαλλόντως;
G1519εἰς;
G1336διηνεκές;
G1521εἰσάγω;
G1522εἰσακούω;
G1523εἰσδέχομαι;
G1524εἴσειμι;
G1525εἰσέρχομαι;
G1528εἰσκαλέω;
G1529εἴσοδος;
G1530εἰσπηδάω;
G1531εἰσπορεύομαι;
G1532εἰστρέχω;
G1533εἰσφέρω;
G1722ἐν;
G2072ἔσοπτρον;
G2080ἔσω;
G3326μετά;
G3921παρεισδύνω;
G4657σκύβαλον;
G5222ὑπάντησις;
G2596κατά;
G177ἀκατακάλυπτος;
G1246διακατελέγχομαι;
G1527εἷς, καθ, εἷς;
G2505καθά;
G2507καθαιρέω;
G2510καθάπτω;
G2515καθέδρα;
G2516καθέζομαι;
G2517καθεξῆς;
G2518καθεύδω;
G2519καθηγητής;
G2520καθήκω;
G2521κάθημαι;
G2522καθημερινός;
G2524καθίημι;
G2525καθίστημι;
G2526καθό;
G2527καθόλου;
G2528καθοπλίζω;
G2529καθοράω;
G2530καθότι;
G2531καθώς;
G2576καμμύω;
G2597καταβαίνω;
G2598καταβάλλω;
G2599καταβαρέω;
G2601καταβιβάζω;
G2603καταβραβεύω;
G2605καταγγέλλω;
G2607καταγινώσκω;
G2608κατάγνυμι;
G2609κατάγω;
G2610καταγωνίζομαι;
G2611καταδέω;
G2612κατάδηλος;
G2613καταδικάζω;
G2614καταδιώκω;
G2615καταδουλόω;
G2616καταδυναστεύω;
G2617καταισχύνω;
G2618κατακαίω;
G2619κατακαλύπτω;
G2620κατακαυχάομαι;
G2621κατάκειμαι;
G2622κατακλάω;
G2623κατακλείω;
G2624κατακληροδοτέω;
G2625κατακλίνω;
G2626κατακλύζω;
G2628κατακολουθέω;
G2629κατακόπτω;
G2630κατακρημνίζω;
G2632κατακρίνω;
G2634κατακυριεύω;
G2637κατάλαλος;
G2638καταλαμβάνω;
G2639καταλέγω;
G2641καταλείπω;
G2642καταλιθάζω;
G2644καταλλάσσω;
G2645κατάλοιπος;
G2647καταλύω;
G2648καταμανθάνω;
G2649καταμαρτυρέω;
G2650καταμένω;
G2651καταμόνας;
G2652κατανάθεμα;
G2653καταναθεματίζω;
G2654καταναλίσκω;
G2655καταναρκάω;
G2656κατανεύω;
G2657κατανοέω;
G2658καταντάω;
G2660κατανύσσω;
G2661καταξιόω;
G2662καταπατέω;
G2664καταπαύω;
G2665καταπέτασμα;
G2666καταπίνω;
G2667καταπίπτω;
G2668καταπλέω;
G2669καταπονέω;
G2670καταποντίζω;
G2671κατάρα;
G2673καταργέω;
G2674καταριθμέω;
G2675καταρτίζω;
G2678κατασείω;
G2679κατασκάπτω;
G2680κατασκευάζω;
G2681κατασκηνόω;
G2683κατασκιάζω;
G2685κατάσκοπος;
G2686κατασοφίζομαι;
G2687καταστέλλω;
G2690καταστρέφω;
G2691καταστρηνιάω;
G2693καταστρώννυμι;
G2694κατασύρω;
G2695κατασφάττω;
G2696κατασφραγίζω;
G2698κατατίθημι;
G2699κατατομή;
G2700κατατοξεύω;
G2701κατατρέχω;
G2702καταφέρω;
G2703καταφευγω;
G2704καταφθείρω;
G2705καταφιλέω;
G2706καταφρονέω;
G2708καταχέω;
G2709καταχθόνιος;
G2710καταχράομαι;
G2711καταψύχω;
G2712κατείδωλος;
G2713κατέναντι;
G2714κατενώπιον;
G2715κατεξουσιάζω;
G2716κατεργάζομαι;
G2718κατέρχομαι;
G2719κατεσθίω;
G2721κατεφίστημι;
G2722κατέχω;
G2725κατήγορος;
G2726κατήφεια;
G2727κατηχέω;
G2728κατιόω;
G2729κατισχύω;
G2730κατοικέω;
G2734κατοπτρίζομαι;
G2735κατόρθωμα;
G2736κάτω, κατωτέρω;
G4785συγκαταψηφίζω;
Эквивалент на иврите
No data


2007–2026. Сделано с любовью для любящих и ищущих Бога. Если у вас есть вопросы или пожелания, то пишите нам bible-man@mail.ru.