Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G177: ἀκατακάλυπτος

G
« G176

G177: ἀκατακάλυπτος

G178 »
Часть речи: Прилагательное
Значение слова ἀκατακάλυπτος:

Непокрытый, без покрывала, открытый.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G1 (a) (as a negative particle) and a derivative of a compound of G2596 (kata) and G2572 (kalupto); unveiled :— uncovered.

Транслитерация:
акатакалуптос / akatakályptos

Произношение:
акатака́липтοс / ak-at-ak-al'-oop-tos

старая версия:


Варианты синодального перевода:

с открытою (1), с непокрытою (1).

Варианты в King James Bible (2):

uncovered

Варианты в English Standard Version (2):

with her head uncovered, uncovered

Варианты в New American Standard Bible (2):

uncovered

Варианты в греческом тексте:

ἀκατακάλυπτον, ἀκατακαλύπτῳ


Используется в Новом Завете 2 раза в 2 стихах   показать где используется в НЗ
и с добавлением белорусских переводов
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's TBESG Vine's скрыть
Родственные слова:
G1Α;
G4ἀβαρής;
G12ἄβυσσος;
G22ἄγαμος;
G35ἀγενεαλόγητος;
G36ἀγενής;
G46ἄγναφος;
G50ἀγνοέω;
G56ἀγνωσία;
G57ἄγνωστος;
G62ἀγράμματος;
G69ἀγρυπνέω;
G77ἀδάπανος;
G80ἀδελφός;
G82ἄδηλος;
G86ᾅδης;
G87ἀδιάκριτος;
G88ἀδιάλειπτος;
G90ἀδιαφθορία;
G94ἄδικος;
G96ἀδόκιμος;
G97ἄδολος;
G102ἀδύνατος;
G106ἄζυμος;
G110ἀθανασία;
G111ἀθέμιτος;
G112ἄθεος;
G113ἄθεσμος;
G114ἀθετέω;
G120ἀθυμέω;
G121ἄθωος;
G127αἰδώς;
G160αἰφνίδιος;
G169ἀκάθαρτος;
G170ἀκαιρέομαι;
G172ἄκακος;
G175ἄκαρπος;
G176ἀκατάγνωστος;
G178ἀκατάκριτος;
G179ἀκατάλυτος;
G180ἀκατάπαυστος;
G182ἀκατάστατος;
G183ἀκατάσχετος;
G185ἀκέραιος;
G186ἀκλινής;
G190ἀκολουθέω;
G193ἀκράτης;
G194ἄκρατος;
G208ἀκυρόω;
G209ἀκωλύτως;
G210ἄκων;
G215ἀλάλητος;
G216ἄλαλος;
G218ἀλείφω;
G227ἀληθής;
G249ἄλογος;
G253ἀλυπότερος;
G255ἀλυσιτελής;
G261ἀμαθής;
G263ἀμάραντος;
G264ἁμαρτάνω;
G267ἀμάρτυρος;
G269ἄμαχος;
G271ἀμέθυστος;
G272ἀμελέω;
G273ἄμεμπτος;
G275ἀμέριμνος;
G276ἀμετάθετος;
G277ἀμετακίνητος;
G278ἀμεταμέλητος;
G279ἀμετανόητος;
G280ἄμετρος;
G282ἀμήτωρ;
G283ἀμίαντος;
G298ἀμώμητος;
G299ἄμωμος;
G335ἀναίδεια;
G338ἀναίτιος;
G358ἄναλος;
G361ἀναμάρτητος;
G368ἀναντίῤῥητος;
G370ἀνάξιος;
G379ἀναπολόγητος;
G382ἀναρίθμητος;
G410ἀνέγκλητος;
G411ἀνεκδιήγητος;
G412ἀνεκλάλητος;
G413ἀνέκλειπτος;
G415ἀνελεήμων;
G418ἀνένδεκτος;
G419ἀνεξερεύνητος;
G421ἀνεξιχνίαστος;
G422ἀνεπαίσχυντος;
G423ἀνεπίληπτος;
G427ἄνευ;
G428ἀνεύθετος;
G431ἀνέψιος;
G434ἀνήμερος;
G448ἀνίλεως;
G449ἄνιπτος;
G453ἀνόητος;
G454ἄνοια;
G459ἄνομος;
G462ἀνόσιος;
G504ἄνυδρος;
G505ἀνυπόκριτος;
G506ἀνυπότακτος;
G512ἀνωφέλες;
G517ἀόρατος;
G521ἀπαίδευτος;
G531ἀπαράβατος;
G532ἀπαρασκεύαστος;
G537ἅπας;
G540ἀπάτωρ;
G545ἀπειθής;
G551ἀπείραστος;
G552ἄπειρος;
G562ἀπέραντος;
G563ἀπερισπάστως;
G564ἀπερίτμητος;
G571ἄπιστος;
G573ἁπλοῦς;
G639ἀπορέω;
G676ἀπρόσιτος;
G677ἀπρόσκοπος;
G678ἀπροσωπολήπτως;
G679ἄπταιστος;
G692ἀργός;
G716ἅρμα;
G720ἀρνέομαι;
G729ἀῤῥαφος;
G731ἄῤῥητος;
G732ἄῤῥωστος;
G761ἀσάλευτος;
G762ἄσβεστος;
G765ἀσεβής;
G766ἀσέλγεια;
G767ἄσημος;
G772ἀσθενής;
G777ἄσιτος;
G781ἄσοφος;
G782ἀσπάζομαι;
G784ἄσπιλος;
G786ἄσπονδος;
G790ἀστατέω;
G793ἀστήρικτος;
G794ἄστοργος;
G795ἀστοχέω;
G799Ἀσύγκριτος;
G800ἀσύμφωνος;
G801ἀσύνετος;
G802ἀσύνθετος;
G804ἀσφαλής;
G809ἀσχήμων;
G810ἀσωτία;
G813ἄτακτος;
G815ἄτεκνος;
G816ἀτενίζω;
G820ἄτιμος;
G823ἄτομος;
G824ἄτοπος;
G852ἀφανής;
G855ἄφαντος;
G857ἀφειδία;
G858ἀφελότης;
G862ἄφθαρτος;
G865ἀφιλάγαθος;
G866ἀφιλάργυρος;
G870ἀφόβως;
G878ἄφρων;
G880ἄφωνος;
G884ἀχάριστος;
G886ἀχειροποίητος;
G888ἀχρεῖος;
G890ἄχρηστος;
G893ἀψευδής;
G895ἄψυχος;
G2596κατά;
G1246διακατελέγχομαι;
G1527εἷς, καθ, εἷς;
G2505καθά;
G2507καθαιρέω;
G2510καθάπτω;
G2515καθέδρα;
G2516καθέζομαι;
G2517καθεξῆς;
G2518καθεύδω;
G2519καθηγητής;
G2520καθήκω;
G2521κάθημαι;
G2522καθημερινός;
G2524καθίημι;
G2525καθίστημι;
G2526καθό;
G2527καθόλου;
G2528καθοπλίζω;
G2529καθοράω;
G2530καθότι;
G2531καθώς;
G2576καμμύω;
G2597καταβαίνω;
G2598καταβάλλω;
G2599καταβαρέω;
G2601καταβιβάζω;
G2603καταβραβεύω;
G2605καταγγέλλω;
G2607καταγινώσκω;
G2608κατάγνυμι;
G2609κατάγω;
G2610καταγωνίζομαι;
G2611καταδέω;
G2612κατάδηλος;
G2613καταδικάζω;
G2614καταδιώκω;
G2615καταδουλόω;
G2616καταδυναστεύω;
G2617καταισχύνω;
G2618κατακαίω;
G2619κατακαλύπτω;
G2620κατακαυχάομαι;
G2621κατάκειμαι;
G2622κατακλάω;
G2623κατακλείω;
G2624κατακληροδοτέω;
G2625κατακλίνω;
G2626κατακλύζω;
G2628κατακολουθέω;
G2629κατακόπτω;
G2630κατακρημνίζω;
G2632κατακρίνω;
G2634κατακυριεύω;
G2637κατάλαλος;
G2638καταλαμβάνω;
G2639καταλέγω;
G2641καταλείπω;
G2642καταλιθάζω;
G2644καταλλάσσω;
G2645κατάλοιπος;
G2647καταλύω;
G2648καταμανθάνω;
G2649καταμαρτυρέω;
G2650καταμένω;
G2651καταμόνας;
G2652κατανάθεμα;
G2653καταναθεματίζω;
G2654καταναλίσκω;
G2655καταναρκάω;
G2656κατανεύω;
G2657κατανοέω;
G2658καταντάω;
G2660κατανύσσω;
G2661καταξιόω;
G2662καταπατέω;
G2664καταπαύω;
G2665καταπέτασμα;
G2666καταπίνω;
G2667καταπίπτω;
G2668καταπλέω;
G2669καταπονέω;
G2670καταποντίζω;
G2671κατάρα;
G2673καταργέω;
G2674καταριθμέω;
G2675καταρτίζω;
G2678κατασείω;
G2679κατασκάπτω;
G2680κατασκευάζω;
G2681κατασκηνόω;
G2683κατασκιάζω;
G2685κατάσκοπος;
G2686κατασοφίζομαι;
G2687καταστέλλω;
G2690καταστρέφω;
G2691καταστρηνιάω;
G2693καταστρώννυμι;
G2694κατασύρω;
G2695κατασφάττω;
G2696κατασφραγίζω;
G2698κατατίθημι;
G2699κατατομή;
G2700κατατοξεύω;
G2701κατατρέχω;
G2702καταφέρω;
G2703καταφευγω;
G2704καταφθείρω;
G2705καταφιλέω;
G2706καταφρονέω;
G2708καταχέω;
G2709καταχθόνιος;
G2710καταχράομαι;
G2711καταψύχω;
G2712κατείδωλος;
G2713κατέναντι;
G2714κατενώπιον;
G2715κατεξουσιάζω;
G2716κατεργάζομαι;
G2718κατέρχομαι;
G2719κατεσθίω;
G2721κατεφίστημι;
G2722κατέχω;
G2725κατήγορος;
G2726κατήφεια;
G2727κατηχέω;
G2728κατιόω;
G2729κατισχύω;
G2730κατοικέω;
G2734κατοπτρίζομαι;
G2735κατόρθωμα;
G2736κάτω, κατωτέρω;
G4785συγκαταψηφίζω;
G5236ὑπερβολή;
G2572καλύπτω;
G343ἀνακαλύπτω;
G601ἀποκαλύπτω;
G1943ἐπικαλύπτω;
G2571κάλυμα;
G2619κατακαλύπτω;
G3871παρακαλύπτω;
G4028περικαλύπτω;
G4780συγκαλύπτω;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H6544 — פָּרַע (paw-rah');


2007–2025. Сделано с любовью для любящих и ищущих Бога. Если у вас есть вопросы или пожелания, то пишите нам: bible-man@mail.ru.