Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G4816: συλλέγω

G
« G4815

G4816: συλλέγω

G4817 »
Часть речи: Глагол
Значение слова συλλέγω:

Собирать, выбирать (сорняки).

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G4862 (sun) and G3004 (lego) in its original sense; to collect :— gather (together, up).

Транслитерация:
суллего / syllégō

Произношение:
силле́го / sool-leg'-o

старая версия:


Варианты синодального перевода:

собирают (3), выберем (1), выбирая (1), соберите (1), соберут (1), собрали (1).

Варианты в King James Bible (9):

up, gather, gathered, together

Варианты в English Standard Version (5):

Are grapes gathered, [and] sorted, you pull, are collected, they will weed, pull them up, [people] do not gather, collect

Варианты в New American Standard Bible (8):

gather, gathered, gathering

Варианты в греческом тексте:

συλλέγειν, συλλέγεται, Συλλέγετε, συλλεγέτω, συλλέγοντες, συλλέγουσιν, συλλέξαι, Συλλέξατε, συλλέξει, συλλέξεις, συλλέξουσιν, Συλλέξω, συνέλεξαν, συνέλεξας, συνέλεξεν


Используется в Новом Завете 8 раз в 8 стихах   показать где используется в НЗ
и с добавлением белорусских переводов
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's TBESG Vine's скрыть
Родственные слова:
G4862σύν;
G2839κοινός;
G3326μετά;
G3342μεταξύ;
G4773συγγενής;
G4774συγγνώμη;
G4775συγκάθημαι;
G4776συγκαθίζω;
G4777συγκακοπαθέω;
G4778συγκακουχέω;
G4779συγκαλέω;
G4780συγκαλύπτω;
G4781συγκάμπτω;
G4782συγκαταβαίνω;
G4784συγκατατίθεμαι;
G4785συγκαταψηφίζω;
G4786συγκεράννυμι;
G4788συγκλείω;
G4789συγκληρονόμος;
G4790συγκοινωνέω;
G4791συγκοινωνός;
G4792συγκομίζω;
G4793συγκρίνω;
G4794συγκύπτω;
G4795συγκυρία;
G4796συγχαίρω;
G4797συγχέω;
G4798συγχράομαι;
G4800συζάω;
G4801συζεύγνυμι;
G4802συζητέω;
G4806συζωοποιέω;
G4814συλλαλέω;
G4815συλλαμβάνω;
G4817συλλογίζομαι;
G4818συλλυπέω;
G4819συμβαίνω;
G4820συμβάλλω;
G4821συμβασιλεύω;
G4822συμβιβάζω;
G4823συμβουλεύω;
G4825σύμβουλος;
G4827συμμαθητής;
G4828συμμαρτυρέω;
G4829συμμερίζομαι;
G4830συμμέτοχος;
G4831συμμιμητής;
G4832συμμορφός;
G4836συμπαραγίνομαι;
G4837συμπαρακαλέω;
G4838συμπαραλαμβάνω;
G4839συμπαραμένω;
G4840συμπάρειμι;
G4841συμπάσχω;
G4842συμπέμπω;
G4843συμπεριλαμβάνω;
G4844συμπίνω;
G4845συμπληρόω;
G4846συμπνίγω;
G4847συμπολίτης;
G4848συμπορεύομαι;
G4850συμπρεσβύτερος;
G4851συμφέρω;
G4852σύμφημι;
G4853συμφυλέτης;
G4854σύμφυτος;
G4855συμφύω;
G4859σύμφωνος;
G4860συμψηφίζω;
G4861σύμψυχος;
G4863συνάγω;
G4865συναγωνίζομαι;
G4866συναθλέω;
G4867συναθροίζω;
G4868συναίρω;
G4869συναιχμάλωτος;
G4870συνακολουθέω;
G4871συναλίζω;
G4872συναναβαίνω;
G4873συνανάκειμαι;
G4874συναναμίγνυμι;
G4875συναναπαύομαι;
G4876συναντάω;
G4878συναντιλαμβάνομαι;
G4879συναπαγω;
G4880συναποθνήσκω;
G4881συναπόλλυμι;
G4882συναποστέλλω;
G4883συναρμολογέω;
G4884συναρπάζω;
G4885συναυξάνω;
G4886σύνδεσμος;
G4887συνδέω;
G4888συνδοξάζω;
G4889σύνδουλος;
G4891συνεγείρω;
G4892συνέδριον;
G4894συνείδω;
G4895σύνειμι;
G4896σύνειμ;
G4897συνεισέρχομαι;
G4898συνέκδημος;
G4899συνεκλεκτός;
G4900συνελαύνω;
G4901συνεπιμαρτυρέω;
G4902συνέπομαι;
G4904συνεργός;
G4905συνέρχομαι;
G4906συνεσθίω;
G4909συνευδοκέω;
G4910συνευωχέω;
G4911συνεφίστημι;
G4912συνέχω;
G4913συνήδομαι;
G4914συνήθεια;
G4915συνηλικιώτης;
G4916συνθάπτω;
G4917συνθλάω;
G4918συνθλίβω;
G4919συνθρύπτω;
G4920συνίημι;
G4921συνιστάω, συνιστάνω, συνίστημι;
G4922συνοδεύω;
G4923συνοδία;
G4924συνοικέω;
G4925συνοικοδομέω;
G4926συνομιλέω;
G4927συνομορέω;
G4929συντάσσω;
G4931συντελέω;
G4932συντέμνω;
G4933συντηρέω;
G4934συντίθεμαι;
G4936συντρέχω;
G4937συντρίβω;
G4939σύντροφος;
G4940συντυγχάνω;
G4942συνυποκρίνομαι;
G4943συνυπουργέω;
G4944συνωδίνω;
G4945συνωμοσία;
G4952συσπαράσσω;
G4953σύσσημον;
G4954σύσσωμος;
G4955συστασιαστής;
G4957συσταυρόω;
G4958συστέλλω;
G4959συστενάζω;
G4960συστοιχέω;
G4961συστρατιώτης;
G4962συστρέφω;
G4964συσχηματίζω;
G3004λέγω;
G483ἀντίλεγω;
G1256διαλέγομαι;
G1586ἐκλέγομαι;
G1951ἐπιλέγομαι;
G2036ἔπω;
G2312θεοδίδακτος;
G2639καταλέγω;
G2980λαλέω;
G3056λόγος;
G3151ματαιολόγος;
G3473μωρολογία;
G3881παραλέγομαι;
G4302προλέγω;
G4483ῥέω;
G4691σπερμολόγος;
G4758στρατολογέω;
G4883συναρμολογέω;
G5346φημί;
G5542χρηστολογία;
G5573ψευδολόγος;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H622 — אָסַף (aw-saf');
H3947 — לָקַח (law-kakh');
H3950 — לָקַט (law-kat');
H6014 — עָמַר (aw-mar');
H6998 — קָטַף (kaw-taf');
H7197 — קָשַׁשׁ (kaw-shash');


2007–2026. Сделано с любовью для любящих и ищущих Бога. Если у вас есть вопросы или пожелания, то пишите нам: bible-man@mail.ru.