Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G4912: συνέχω

G
« G4911

G4912: συνέχω

G4913 »
Часть речи: Глагол
Значение слова συνέχω:

Держать вместе, сдерживать, охватывать, зажимать, затыкать, стеснять, объять; в переносном смысле — томиться, понуждать, страдать.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G4862 (sun) and G2192 (echo); to hold together, i.e. To compress (the ears, with a crowd or siege) or arrest (a prisoner); figuratively, to compel, perplex, afflict, preoccupy :— constrain, hold, keep in, press, lie sick of, stop, be in a strait, straiten, be taken with, throng.

Транслитерация:
сунехо / synéchō

Произношение:
синэ́хо / soon-ekh'-o

старая версия:


Варианты синодального перевода:

одержимых (1), одержима (1), они объяты были (1), окружает (1), Я томлюсь (1), стеснят (1), державшие (1), затыкали (1), понуждаем был (1), страдая (1), объемлет (1), Влечет (1).

Варианты в King James Bible (13):

constraineth, held, strait, of, straitened, pressed, stopped, keep, in, taken, throng, with

Варианты в English Standard Version (12):

suffering from, hem you in, distressed I am, had taken hold of them, were holding, devoted himself fully, are crowding, they covered, I am torn, compels, those suffering

Варианты в New American Standard Bible (14):

completely, hem, suffering, holding, crowding, distressed, hard-pressed, covered, custody, controls, afflicted, gripped, devoting

Варианты в греческом тексте:

συνείχετο, συνείχοντο, συνέξουσίν, συνεσχέθη, συνέσχεν, συνέσχον, συνέχει, συνέχομαι, συνεχομένη, συνεχόμενον, συνεχομένους, συνέχοντες, συνέχουσίν, συσχῇ


Используется в Новом Завете 12 раз в 12 стихах   показать где используется в НЗ
и с добавлением белорусских переводов
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's TBESG Vine's скрыть
Родственные слова:
G4928συνόχη;
G4862σύν;
G2839κοινός;
G3326μετά;
G3342μεταξύ;
G4773συγγενής;
G4774συγγνώμη;
G4775συγκάθημαι;
G4776συγκαθίζω;
G4777συγκακοπαθέω;
G4778συγκακουχέω;
G4779συγκαλέω;
G4780συγκαλύπτω;
G4781συγκάμπτω;
G4782συγκαταβαίνω;
G4784συγκατατίθεμαι;
G4785συγκαταψηφίζω;
G4786συγκεράννυμι;
G4788συγκλείω;
G4789συγκληρονόμος;
G4790συγκοινωνέω;
G4791συγκοινωνός;
G4792συγκομίζω;
G4793συγκρίνω;
G4794συγκύπτω;
G4795συγκυρία;
G4796συγχαίρω;
G4797συγχέω;
G4798συγχράομαι;
G4800συζάω;
G4801συζεύγνυμι;
G4802συζητέω;
G4806συζωοποιέω;
G4814συλλαλέω;
G4815συλλαμβάνω;
G4816συλλέγω;
G4817συλλογίζομαι;
G4818συλλυπέω;
G4819συμβαίνω;
G4820συμβάλλω;
G4821συμβασιλεύω;
G4822συμβιβάζω;
G4823συμβουλεύω;
G4825σύμβουλος;
G4827συμμαθητής;
G4828συμμαρτυρέω;
G4829συμμερίζομαι;
G4830συμμέτοχος;
G4831συμμιμητής;
G4832συμμορφός;
G4836συμπαραγίνομαι;
G4837συμπαρακαλέω;
G4838συμπαραλαμβάνω;
G4839συμπαραμένω;
G4840συμπάρειμι;
G4841συμπάσχω;
G4842συμπέμπω;
G4843συμπεριλαμβάνω;
G4844συμπίνω;
G4845συμπληρόω;
G4846συμπνίγω;
G4847συμπολίτης;
G4848συμπορεύομαι;
G4850συμπρεσβύτερος;
G4851συμφέρω;
G4852σύμφημι;
G4853συμφυλέτης;
G4854σύμφυτος;
G4855συμφύω;
G4859σύμφωνος;
G4860συμψηφίζω;
G4861σύμψυχος;
G4863συνάγω;
G4865συναγωνίζομαι;
G4866συναθλέω;
G4867συναθροίζω;
G4868συναίρω;
G4869συναιχμάλωτος;
G4870συνακολουθέω;
G4871συναλίζω;
G4872συναναβαίνω;
G4873συνανάκειμαι;
G4874συναναμίγνυμι;
G4875συναναπαύομαι;
G4876συναντάω;
G4878συναντιλαμβάνομαι;
G4879συναπαγω;
G4880συναποθνήσκω;
G4881συναπόλλυμι;
G4882συναποστέλλω;
G4883συναρμολογέω;
G4884συναρπάζω;
G4885συναυξάνω;
G4886σύνδεσμος;
G4887συνδέω;
G4888συνδοξάζω;
G4889σύνδουλος;
G4891συνεγείρω;
G4892συνέδριον;
G4894συνείδω;
G4895σύνειμι;
G4896σύνειμ;
G4897συνεισέρχομαι;
G4898συνέκδημος;
G4899συνεκλεκτός;
G4900συνελαύνω;
G4901συνεπιμαρτυρέω;
G4902συνέπομαι;
G4904συνεργός;
G4905συνέρχομαι;
G4906συνεσθίω;
G4909συνευδοκέω;
G4910συνευωχέω;
G4911συνεφίστημι;
G4913συνήδομαι;
G4914συνήθεια;
G4915συνηλικιώτης;
G4916συνθάπτω;
G4917συνθλάω;
G4918συνθλίβω;
G4919συνθρύπτω;
G4920συνίημι;
G4921συνιστάω, συνιστάνω, συνίστημι;
G4922συνοδεύω;
G4923συνοδία;
G4924συνοικέω;
G4925συνοικοδομέω;
G4926συνομιλέω;
G4927συνομορέω;
G4929συντάσσω;
G4931συντελέω;
G4932συντέμνω;
G4933συντηρέω;
G4934συντίθεμαι;
G4936συντρέχω;
G4937συντρίβω;
G4939σύντροφος;
G4940συντυγχάνω;
G4942συνυποκρίνομαι;
G4943συνυπουργέω;
G4944συνωδίνω;
G4945συνωμοσία;
G4952συσπαράσσω;
G4953σύσσημον;
G4954σύσσωμος;
G4955συστασιαστής;
G4957συσταυρόω;
G4958συστέλλω;
G4959συστενάζω;
G4960συστοιχέω;
G4961συστρατιώτης;
G4962συστρέφω;
G4964συσχηματίζω;
G2192ἔχω;
G203ἀκροβυστία;
G430ἀνέχομαι;
G472ἀντέχομαι;
G568ἀπέχω;
G809ἀσχήμων;
G1758ἐνέχω;
G1836ἑξῆς;
G1838ἕξις;
G1851ἐξοχή;
G1907ἐπέχω;
G2078ἔσχατος;
G2079ἐσχάτως;
G2135εὐνοῦχος;
G2272ἡσύχιος;
G2479ἰσχύς;
G2558κακουχέω;
G2722κατέχω;
G3348μετέχω;
G3562νουνεχῶς;
G3793ὄχλος;
G3794ὀχύρωμα;
G3930παρέχω;
G4023περιέχω;
G4123πλεονέκτης;
G4284προέχομαι;
G4337προσέχω;
G4465ῥαβδοῦχος;
G4910συνευωχέω;
G4975σχεδόν;
G4976σχῆμα;
G4981σχολή;
G5242ὑπερέχω;
G5254ὑπέχω;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H270 — אָחַז (aw-khaz');
H1121 — בֵּן (bane);
H2263 — חָבַק (khaw-bak');
H2266 — חָבַר (khaw-bar');
H2388 — חָזַק (khaw-zak');
H3557 — כּוּל (kool);
H3607 — כָּלָא (kaw-law');
H3920 — לָכַד (law-kad');
H4513 — מָנַע (maw-nah');
H5674 — עָבַר (aw-bar');
H5956 — עָלַם (aw-lam');
H6113 — עָצַר (aw-tsar');
H6279 — עָתַר (aw-thar');
H6616 — פָּתִיל (paw-theel');
H6696 — צוּר (tsoor);
H6887 — צָרַר (tsaw-rar');
H7092 — קָפַץ (kaw-fats');


2007–2025. Сделано с любовью для любящих и ищущих Бога. Если у вас есть вопросы или пожелания, то пишите нам: bible-man@mail.ru.